Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Εισήγηση σε ημερίδα (2008)

(Η εισήγηση που ακολουθεί έγινε την τελευταία από μία σειρά ημερίδων που οργάνωσε η Τέτα Μακρή σε συνεργασία με το Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης τα Σάββατα του Οκτωβρίου 2008, με τίτλο Pictor: Εξερευνώντας το οικείο, και θέμα τη Θεσσαλονίκη).
........................................................................................................
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΙΚΑ ΠΡΟΣΩΠΑ, ΚΟΙΝΟΙ ΤΟΠΟΙ, ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

Έχετε, βέβαια, παρατηρήσει ότι όσο πληθωρική είναι η εμφάνιση του Δεσπότη Θεσσαλονίκης στα τηλεοπτικά παράθυρα, άλλο τόσο πληθωρική είναι και η παρουσία των αδέσποτων στις πόρτες των οικοδομημάτων της πόλης. Αλλά, ενώ οι αμετροέπειες του πρώτου οδηγούν πολύ κόσμο σε παραπομπές στον οξαποδώ, οι συμπεριφορές των δεύτερων προκαλούν αυθεντικούς μεταφυσικούς στοχασμούς.
Τι άλλο είναι, αλήθεια, η αιωνιότητα, αν όχι αυτή η συνεχής περιφορά των σκύλων από γωνία σε γωνία; Το αγωνιώδες ψάξιμο για οσμές ούρων μιας προηγούμενης μέρας, δεν είναι δήλωση της ανάγκης για την ύπαρξη κάποιων σταθερών σ’ ένα ρευστό κόσμο; Και μετά, εκείνο το σήκωμα του ποδιού που αφήνει, ξανά και ξανά, να σταλάξουν στον τοίχο μερικές σταγόνες ως σημεία πρόσκαιρα και φευγαλέα, εκείνο το αιώνιο σήκωμα του ποδιού και αυτές οι λίγες σταγόνες δεν αποτελούν σημάδι τραγικό της απόρριψης του θανάτου;
Λοιπόν, κι εμείς οι δύο δεν διαφέρουμε καθόλου από τους σκύλους. Διατρέχουμε, όλα μας σχεδόν τα χρόνια, αυτήν την πόλη, μόνοι μας ή με παρέα, αφήνοντας δεξιά κι αριστερά ίχνη εφήμερα. Ίχνη εφήμερα που η ΔΕΗ, ο ΟΤΕ, η ΕΔΥΑΘ, η Εταιρεία Φυσικού Αερίου και κυρίως οι Δημοτικές Αρχές με τις συνεχείς αναπλάσεις που πραγματοποιούν τα κάνουν όλο και εφημερότερα.
Εντούτοις, και όλως παραδόξως, όσο πιο ευάλωτα γίνονται τα ίχνη της διαδρομής μας σ’ αυτήν την πόλη, τόσο ενδυναμώνεται και εμπλουτίζεται ο βιωματικός τους χαρακτήρας. Όχι μόνο κάθε δρόμος, κάθε στενό, κάθε πλατεία, αλλά ακόμα και μυθιστορηματικά πρόσωπα και επινοημένες δράσεις ανακαλούν μνήμες και προκαλούν συνειρμούς χειμαρρώδεις.

Ας φέρουμε ένα παράδειγμα, τον μυθιστορηματικό ήρωα Δημήτρη Σκούρο. Οι αστυνομικές και πυροσβεστικές αρχές μπορεί να μην κατέληξαν σε κάποιο ασφαλές πόρισμα για τα αίτια της πυρκαγιάς στο Σέιχ Σου το 1997, οι αναγνώστες του Πέτρου Μαρτινίδη όμως γνωρίζουν πως η φωτιά προκλήθηκε όταν δύο μπράβοι πυρπόλησαν το ντελαπαρισμένο αυτοκίνητο του Δημήτρη Σκούρου θέλοντας να κάψουν αυτόν και την συνοδό του που, λίγο πριν, είχε αφαιρέσει από το σπίτι του αφεντικού τους έναν ενοχοποιητικό πίνακα. Ο Σκούρος και η Λήδα διαφεύγουν, ενώ εμείς ετοιμαζόμαστε να φύγουμε για την Αθήνα. Παρά τις προθέσεις μας, λίγες μέρες αργότερα βρισκόμαστε στο Κάσελ και σημειώνουμε στο ημερολόγιό μας που δημοσιεύτηκε στο 6ο και τελευταίο τεύχος του περιοδικού Χονδρός & Κατσιάνη (Ήταν ένα προσωπικό περιοδικό με την έννοια, όχι ότι αφορούσε εμάς αποκλειστικά, αλλά τη ματιά μας και τις επιλογές μας. Προσωπικά περιοδικά έχουν εκδώσει αρκετοί εικαστικοί στο εξωτερικό, και στην Ελλάδα ο συντοπίτης λογοτέχνης Γιώργος Ιωάννου). Σημειώναμε λοιπόν το ΄97: Στο δρόμο προς τον ζωολογικό κήπο συναντήσαμε βελανιδιές φυτεμένες από τον Γιόζεφ Μπόις. Θυμηθήκαμε εκείνο το πρωινό πριν δεκαπέντε χρόνια, το 1982, που φτάσαμε σ' ένα ομιχλώδες Κάσελ και βρεθήκαμε αντιμέτωποι με τους λόφους που σχημάτιζαν στην πλατεία τα 7000 κομμάτια βασάλτη του Μπόις. Καταπληκτική εικόνα. Θαμπωθήκαμε, και πολύ περισσότερο όταν μάθαμε ότι δεν ήταν αυτό το έργο που πρότεινε, αλλά το πρώτο στάδιο μιας διαδικασίας που αποσκοπούσε στο φύτεμα 7000 δένδρων. Αυτές τις μέρες, του 1997 δηλαδή, τριγυρίζοντας με το αυτοκίνητο την πνιγμένη στα δάση Γερμανία, αναρωτιόμαστε για τη λειτουργικότητα του έργου. Τι σημαίνει αυτή η δενδροφύτευση σ' ένα πράσινο τόπο; Δύο μέρες πριν ξεκινήσουμε καιγόταν το Σέιχ Σου στη Θεσσαλονίκη, πόσο διαφορετική θα ήταν η πράξη του Γιόζεφ Μπόις αν πραγματοποιούνταν σ’ έναν τόπο γυμνό από πράσινο σαν την Θεσσαλονίκη... που όμως στερείται καταναλωτών τέχνης αλλά και καταναλωτών οικολογίας.
Αυτά γράφαμε το 1997, όταν κάηκε το Σέιχ Σου εξαιτίας της πυρπόλησης του αυτοκινήτου του Σκούρου. Από τότε κάποια πράγματα έχουν διαφοροποιηθεί. Η δημοτική αρχή επιδεικνύοντας την οικολογική της ευαισθησία τοποθετεί μερικούς κάδους ανακύκλωσης. Ατυχώς, ένα μεγάλο ποσοστό των απορριμμάτων που οι πολίτες αφήνουν εκεί, καταλήγει στις χωματερές.
Αναφερθήκαμε στον Μπόις προηγουμένως. Ας σημειώσουμε ότι ο Μπόις δεν ανήκε στα άμεσα ενδιαφέροντα του Σκούρου, αφού ο ίδιος δεν έκανε μαθήματα για την σύγχρονη τέχνη στη Σχολή Καλών Τεχνών του ΑΠΘ, αλλά για την τέχνη της Αναγέννησης. Δίδασκε με επάρκεια, και οι γνώσεις του ήταν πλούσιες, όμως καθηγητής τυπικά δεν ήταν. Οικειοποιήθηκε την ιδιότητα του καθηγητή, και μαζί την ταυτότητα του Παύλου Μακρή, όταν εκείνος πέθανε. Αυτό κάποια στιγμή τον οδήγησε στην φυλάκιση.

















Το σπίτι του Παύλου Μακρή, το σπίτι όπου διέμενε ο Δημήτρης Σκούρος, ήταν στις Σαράντα Εκκλησιές, λίγο πιο κάτω απ’ το Θέατρο Δάσους και τον Ζωολογικό Κήπο, πλάι στο δάσος. Εκεί που, το 1998, με τον συνδυασμό μας «Θεσσαλονίκη Ίδια Πόλη», και στα πλαίσια των προεκλογικών δραστηριοτήτων, φυτέψαμε χιλιάδες κοχύλια.











..
..
Ο Δημήτρης Σκούρος απέφευγε τους χώρους όπου θα μπορούσε να αναγνωριστεί η ψεύτική του ταυτότητα. Ίσως μπορούμε να εικάσουμε ότι δεν πήγαινε σε αίθουσες τέχνης. Σε κανένα βιβλίο δεν γίνεται ονομαστική αναφορά σε κάποια γκαλερί. Είμαστε πάντως σε θέση να σας διαβεβαιώσουμε ότι ποτέ δεν επισκέφτηκε την «Άλλη Πόλη», ένα χώρο στην Κωνσταντίνου Μελενίκου, πολύ κοντά στο σπίτι του δηλαδή, όπου από το 1992 και μέχρι τη σύλληψή του οργανώναμε και παρουσιάζαμε εκδηλώσεις εικαστικού κυρίως χαρακτήρα. Εξάλλου, στην πόλη μας, οι πανεπιστημιακοί Ιστορικοί της Τέχνης δεν επισκέπτονται τις εκθέσεις, οπαδοί ενδεχομένως των απόψεων του Φουκουγιάμα ότι η ιστορία έχει τελειώσει.

Και ενώ η ζωή του Σκούρου περνούσε ανάμεσα σε βιβλία και δίσκους, είναι περίεργο ότι δεν υπάρχει καμία αναφορά ούτε σε δισκοπωλεία ούτε σε βιβλιοπωλεία. Το βιβλιοπωλείο του Μόλχο σημειώνεται μόνο ως στοιχείο προσανατολισμού ενός ραντεβού.
Εκεί που σύχναζε για χρόνια ο Σκούρος ήταν το οδοντιατρείο της Ελένης Σουμάκη, συζύγου του γνωστού γλύπτη.




















Με την Ελένη ο Σκούρος είχε ερωτικές σχέσεις. Το ιατρείο της βρισκόταν στην Αγίας Σοφίας, και ο Σκούρος περιφερόταν από κάτω μέχρι να δει το συνθηματικό άναμμα των φώτων στο μπαλκόνι της.
Σε κάποιες απ’ αυτές τις βόλτες του δεν μπορεί παρά να πέρασε κι από την Γεωργίου Σταύρου, κάθετο πεζόδρομο στην Αγίας Σοφίας, όπου το 1995 εγκαταστήσαμε τρία ποδήλατα έχοντας αντικαταστήσει τα ελαστικά από τις ρόδες με πάγο. Η εγκατάσταση είχε τον τίτλο Ιστορία και ήταν ένα σχόλιο στις θέσεις του Φουκουγιάμα που αναφέραμε και λίγο πριν. Ο πάγος είναι εξαιρετικά ασταθής, εκεί που φαίνεται σκληρός και άκαμπτος μπορεί κι αλλάζει και γίνεται νεράκι. Αυτή η συνείδηση της αλλαγής είναι η ιστορική συνείδηση, όταν αφήνουμε έναν τρόπο ζωής για να πάμε σε κάποιον άλλον. Ο Σκούρος άλλαξε συνήθειες κι έπαψε να τριγυρίζει στην Αγίας Σοφίας, όταν γνώρισε την υπαρχιφύλακα Λήδα.


..
..
..
..
..
..
..
..
..
..
..
..
..
..
..
..
..
..
..
..
..
Η Θεσσαλονίκη εντούτοις δίνει την εντύπωση του ανάλλαχτου τόπου. Δεν πρόκειται μόνο για τις βυζαντινές εκκλησίες της που στοιχειώνουν κάθε αναφορά στην πόλη, παρατηρούμε ότι οι περισσότερες αναλύσεις της φυσιογνωμίας της κινούνται μεταξύ της πολυπολιτισμικής της ατμόσφαιρας τέλη του δέκατου ένατου αιώνα και της εξόντωσης των εβραίων κατοίκων της στην κατοχή.

Η βίλα της οικογένειας Σουμάκη ήταν στο Πανόραμα. Εμάς με το Πανόραμα δεν μας συνδέει τίποτε, όμως νά που κάποιες συζητήσεις στη δεξίωσή τους όπου παρευρίσκεται ο Σκούρος μπορούν να μας αφορούν. Συζητούσαν για την αμηχανία της καθαρίστριας σε κάποια έκθεση στην Ευρώπη, αν θα πρέπει να σκουπίσει μερικούς τενεκέδες ή αποτελούν εικαστικό έργο.








Στα πλαίσια του Φεστιβάλ Κινηματογράφου, το 1987, είχαμε παρουσιάσει μία βιντεοεγκατάσταση με μια συσκευή τηλεόρασης όπου φαινόταν ένα αέναο ξύσιμο μολυβιών. Αριστερά από την τηλεόραση υπήρχε ένα ποτήρι με μολύβια για ξύσιμο. Μπροστά από την τηλεόραση, όπου έπεφταν τα ξύσματα, υπήρχε πράγματι ένας μεγάλος σωρός ξυσμάτων και υπολειμμάτων μολυβιών. Λίγο πριν τα εγκαίνια η καθαρίστρια σκούπισε τον σωρό χωρίς να μπει σε διλήμματα.
Η Λήδα, η υπαρχιφύλακας στο τμήμα εξαφανισθέντων προσώπων που γοήτευσε τον Σκούρο, έμενε στη Δαγκλή.
Λίγο πιο κάτω από το σπίτι της ήταν παλιότερα το στούντιο Αμπέρ, όπου το καλοκαίρι του 1988 ηχογραφήσαμε ως Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ (μαζί με τον Ντάνη Τραγόπουλο δηλαδή) τον δίσκο Η Άλλη Πλευρά, που συνδεόταν με την Από Μηχανής θρησκεία, μια απόπειρα που ίσως, ως άθεο, να ενδιέφερε και τον Σκούρο. Είχαμε από το 1986 διατυπώσει την σκέψη ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η θρησκεία ως υλικό για την παραγωγή τέχνης (σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει, οι θρησκείες να χρησιμοποιούν την τέχνη για να προβάλλουν τις ιδέες τους), και είχαμε συνεργαστεί με άλλους, καλλιτέχνες και μη, για τη δημιουργία μιας θρησκείας της οποίας η θεότητα είχε τέσσερις υποστάσεις, μία αρσενική -τον Από Μηχανής Θεό- και τρεις θηλυκές -την Ελπίδα, την Τύχη και την Καύλα. Αντίπαλος τους ήταν ο Κοινός Νους, τον οποίο, δυστυχώς, από τότε πολλές φορές τον έχουμε επικαλεστεί, διότι όπως υποστήριζε ο Καρτέσιος, σύμφωνα με όσα γράφει ο Σκούρος (γιατί εμείς δεν διαβάσαμε Καρτέσιο), η πιο διαδεδομένη ιδιότητα που τη μοιράζονται όλοι οι άνθρωποι, δεν είναι ο κοινός νους, αλλά η βλακεία. Η απόσπασή μας σε σχολεία της Σουηδίας μάς άφησε τελικά έξω από την υλοποίηση του εγχειρήματος. Παρακολουθούσαμε, λοιπόν, από μακριά τις δραστηριότητες των πιστών, όπως και την κυκλοφορία του δίσκου μας.
Στο μπαλκόνι του διαμερίσματος της Λήδας έφταναν τα κλαδιά ενός μεγάλου δένδρου. Έτσι, όταν επιχείρησαν να εισβάλουν στο διαμέρισμά της οι μπράβοι που είχαν πυρπολήσει το αυτοκίνητο του Σκούρου, οι δυο τους μπόρεσαν να ξεφύγουν σκαρφαλώνοντας στα κλαδιά και πηδώντας απέναντι στο γυμνάσιο, όπου φοίτησε και η Αλεξάνδρα. Διέσχισαν την αυλή και βγήκαν στην Εθνικής Αμύνης, δίπλα στο φωτογραφείο του Κουιτζόγλου. Εκεί, στο υπόγειο του φωτογραφείου, είχαμε παρουσιάσει μια εγκατάσταση τον Φεβρουάριο του 1988. Είχαμε διοργανώσει μια σειρά εκδηλώσεων τότε για όλον τον μήνα σε διάφορα μέρη της πόλης κάτω από τον τίτλο «Χειρονομίες». Ήταν διαφορετικές μεταξύ τους εκδηλώσεις, και κοινό παρονομαστή είχαν μόνο εμάς τους δύο. Για μία μέρα, λοιπόν, παρουσιάσαμε εκεί, στου Κουϊτζόγλου, μία εγκατάσταση μ’ ένα ράντσο που πάνω του είχαμε φυτέψει χορτάρι. Υπήρχαν και μερικές γιάντες πεταμένες εκεί επάνω, γιάντες από χαλκό. Κάτω από το ράντσο, σε μια οθόνη τηλεόρασης προβαλλόταν ένας σωρός από παπούτσια. Ανάμεσα στους επισκέπτες ήταν κι ο Ντίνος Χριστιανόπουλος που εξέφρασε τον αποτροπιασμό του γι’ αυτό που έβλεπε.

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, όπως και ο Παναγιώτης Ψωμιάδης, είναι εμβληματικά πρόσωπα αυτής της πόλης. Πώς ακριβώς λειτουργούν τα εμβληματικά πρόσωπα; Αναγνωρίζουν σ’ αυτά τον εαυτό τους οι πολίτες ενός τόπου; Δείχνει τι περιμένουν οι άλλοι από τους πολίτες αυτού του τόπου; Μέσα από ποια πορεία γίνονται κάποιοι άνθρωποι εμβληματικά πρόσωπα; Και στην προκειμένη περίπτωση, ποια είναι τα κοινά στοιχεία ανάμεσα στον Χριστιανόπουλο και τον Ψωμιάδη;
















Ένα έργο μας που προκάλεσε αντιδράσεις, όταν πρωτοεκτέθηκε στο Λουξεμβούργο, ήταν ένα χαρακτικό του Γαΐτη με τα ισοπεδωμένα ανθρωπάκια του, πάνω στο οποίο κολλήσαμε νύχια σχηματίζοντας το γράμμα Ε, το σύμβολο της ενέργειας. Θεωρήθηκε ασέβεια απέναντι στον Γαΐτη. Αναφέρουμε αυτό το έργο, διότι στο σπίτι του ο Σκούρος είχε στον τοίχο αφίσα ενός πίνακα του Αρτσιμπόλντο τοποθετημένη έτσι ώστε ο πίνακας να φαίνεται αναποδογυρισμένος.
Παράδοξη ενέργεια όταν γίνεται από Ιστορικό της Τέχνης.
Βέβαια, ο Σκούρος συνήθιζε τα λογοπαίγνια και τα ειρωνικά ευφυολογήματα, αλλά, στην περίπτωση του Αρτσιμπόλντο που σχημάτιζε ανθρώπινες μορφές ζωγραφίζοντας σε κατάλληλες θέσεις οπωροκηπευτικά, το αναποδογύρισμα του πίνακα αποτελεί αναίρεση της παραδοξότητάς του.






















Αλήθεια, έχουν χιούμορ οι άνθρωποι αυτής της πόλης; Αναρωτιόμαστε, για παράδειγμα, καμιά φορά πώς με τόσους καλλιτέχνες οι οποίοι χρησιμοποιούν το βίντεο, δεν βρέθηκε κανείς να μαγνητοσκοπήσει την υπέροχη μινιμαλιστική χορογραφία που ξετυλίγεται καθημερινά σε ώρες αιχμής, όταν οι επιβάτες των ασφυκτικά γεμάτων λεωφορείων σταυροκοπιούνται σύσσωμοι ανά πενήντα μέτρα μεταξύ Σιντριβανίου και Βενιζέλου.
Τέλη του 1997, ενώ ο Σκούρος βρίσκεται πια στη φυλακή, παρουσιάζουμε και στη Θεσσαλονίκη τον πίνακα του Γαΐτη με τα νύχια μας ως μέρος μιας εγκατάστασης σε έκθεση της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας. Στη Θεσσαλονίκη, σε αντίθεση προς το Λουξεμβούργο, δεν υπήρξε καμία αντίδραση.
















..
..
Άραγε αυτό δείχνει αδιαφορία των Θεσσαλονικέων ή ετοιμότητα απέναντι στην εικαστική δημιουργία; Αλλά, από την άλλη, μπορούμε να μιλήσουμε για τους Θεσσαλονικείς έχοντας ως δείγμα τους επισκέπτες αυτής της έκθεσης; Πόσοι από τους κατοίκους αυτής της πόλης επισκέπτονται εικαστικές εκδηλώσεις; Θεωρείται ικανοποιητικός ο αριθμός αυτός από όλους όσοι εμπλέκονται σ’ αυτές; Αν δούμε πίσω, ψάχνοντας για ευτυχισμένες στιγμές, θα στεκόμασταν στην πρώτη περίοδο λειτουργίας του Μύλου και στην Μπιενάλε νέων καλλιτεχνών. Και στις δύο περιπτώσεις είχαμε συνδυασμό εκδηλώσεων ποικίλου χαρακτήρα και ύφους. Παράλληλα υπήρχαν έντυπα με ελκυστικά και κατανοητά κείμενα, καθώς και προβολή των εκδηλώσεων από το ραδιόφωνο με ζωντάνια, χωρίς σοβαροφάνεια.
Χειμώνα του 1998 ο Δημήτρης Σκούρος γνωρίζεται στη φυλακή με τον Χάρη Χαΐδη, που ήταν προφυλακισμένος ως ύποπτος για την εξαφάνιση της ερωμένης του. Όπως κι ο Σκούρος, ο Χάρης Χαΐδης είχε αλλάξει ταυτότητα εμφανιζόμενος ως Αντώνης Ελεήμων για να εξασφαλίσει άλλοθι ενώ θα επιχειρούσε μία ληστεία. Διηγείται τις περιπέτειές του στον Σκούρο ο οποίος τις συντάσσει σε μυθιστόρημα. Τον ίδιο καιρό οι δυο μας σχηματίζουμε μαζί με τον Έκτορα Μαυρίδη, τον Ιορδάνη Στυλίδη, τον Νίκο Κρυωνίδη και τον Δημήτρη Λιολιόπουλο την πολυώνυμη ομάδα, μια ομάδα δηλαδή που σε κάθε της εμφάνιση χρησιμοποιούσε διαφορετικό όνομα. Έτσι, στις 3 Ιουνίου στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ανακοινώσαμε την κάθοδό μας στις δημοτικές εκλογές ως συνδυασμός με το όνομα ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΙΔΙΑ ΠΟΛΗ. Ήταν μια έκφραση ειρωνείας απέναντι στις αλλαγές προς το χειρότερο που ως επί το πλείστον προκρίνουν οι δημοτικοί μας άρχοντες. Αναφερθήκαμε προηγουμένως σε μία χαρακτηριστική προεκλογική δραστηριότητα του συνδυασμού με το φύτεμα κοχυλιών στο δάσος. Το βασικό σύνθημα του συνδυασμού ήταν “Θα εφαρμόσουμε το πρόγραμμά σας”. Ενώ οι συνδυασμοί καταναλώνουν ιδιαίτερη ενέργεια για να καταρτίσουν εντυπωσιακά προγράμματα, η ΘΕΣΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΙΔΙΑ ΠΟΛΗ μετέφερε το βάρος στην εφαρμογή. Τα προγράμματα ούτως ή άλλως είναι παρόμοια, αν όμως κάπου διαφέρουν, τότε ο λόγος ανήκει στους δημότες. “Δημοτική αμεσότητα με δημοψηφίσματα” ήταν άλλο ένα βασικό σύνθημα της ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΙΔΙΑΣ ΠΟΛΗΣ. Στις 23 Αυγούστου η ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΙΔΙΑ ΠΟΛΗ αποσύρθηκε από την εκλογική διαδικασία, “προκειμένου να διατηρηθούν ακέραιες οι αβεβαιότητες των ψηφοφόρων”, όπως αναφερόταν στη σχετική ανακοίνωση.
Πιο μπροστά, στις 20 Απριλίου, η ομάδα είχε εμφανιστεί με επιστολές προς τον πρωθυπουργό, τους υπουργούς παιδείας και πολιτισμού, τους αρχηγούς των κομμάτων, δημοσιογράφους ως Εταιρεία Για Την Επιστροφή Της Βουστροφηδόν Γραφής, ένα σύστημα δημοκρατικότερο από το ισχύον και πολιτικώς ορθό απέναντι στη μειονότητα των αριστερόχειρων.
Στα σχέδια μας, σχέδια που έμειναν απραγματοποίητα, ήταν η ομάδα να προχωρήσει και σε άλλα αιτήματα, όπως η κατάργηση της προστακτικής ή η θέσπιση της ανορθογραφίας ως στοιχείου ύφους. Το τελευταίο έχει ιδιαίτερη σημασία αν λάβουμε υπόψη ότι μια ανορθογραφία ήταν που αποκάλυψε στη Λήδα την πλαστοπροσωπία του Σκούρου.
Το 1999, ο Δημήτρης Σκούρος γνωρίζεται με άλλον συγκρατούμενό του, τον Φίλιππο Βλάχο, καθηγητή της Ιστορίας της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας στο ΑΠΘ, που είχε συλληφθεί άδικα για το φόνο μιας κοπέλας που είχε διατελέσει ερωμένη του. Η περίπτωσή του θα οδηγήσει τον Σκούρο στη συγγραφή ενός ακόμη μυθιστορήματος. Την ίδια στιγμή μαινόταν ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία και εμείς, με το Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ, ηχογραφούσαμε το Πάρτυ χρησιμοποιώντας σ’ ένα κολάζ φωνές εμπλεκομένων στις συγκρούσεις.
Το 2001 ο Δημήτρης Σκούρος έχει πια αποφυλακιστεί. Όμως, δεν περνάν λίγες μέρες και, μπροστά στα μάτια του πλήθους που παρακολουθεί μία εκδήλωση στην Πολυτεχνική Σχολή, εμφανίζεται μ’ ένα πτώμα στην αγκαλιά και ταυτόχρονα ύποπτος για μια δολιοφθορά που προκάλεσε τον βαρύ τραυματισμό ενός ατόμου. Στην Πολυτεχνική είχαμε εμφανιστεί με το Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ το 1986 σε μια εκδήλωση με τίτλο Η Πόλη Μοιάζει Με Τη Γλώσσα. Ο Θανάσης παίζει κιθάρα έχοντας γάντια μποξ, κιθάρα παίζει κι ο Ντάνης. Η Αλεξάνδρα παίζει τύμπανα πετώντας πάνω τους καρύδια, δακτυλογραφεί ένα κείμενο για τις ομοιότητες της πόλης με τη γλώσσα και το εκφωνεί με μια ντουντούκα.















Όταν πια απαλλαγμένος από κάθε υποψία, φθινόπωρο του 2001, ο Σκούρος εγκαθίσταται στο Παρίσι, σημειώνει: «Η αποδοχή του ανεξήγητου έχει λιγότερη πέραση σε αυτή τη χώρα (τη Γαλλία, δηλαδή), κι αυτό περιέργως με φέρνει πιο κοντά στην αρχαία Ελλάδα απ’ ό,τι το να έμενα στη νέα». Μερικούς μήνες πριν, τον Απρίλιο του 2001, είχαμε σκορπίσει φέιγ βολάν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης με το ερώτημα «Πώς αντιμετωπίζεις αυτό που δεν κατανοείς;».












Μοιάζουν να διαφέρουν οι τοποθετήσεις μας, όμως ο Σκούρος, αν καταλαβαίνουμε καλά, αναφέρεται σε μεταφυσικού χαρακτήρα αποδοχή του ανεξήγητου. Αντίθετα το δικό μας ερώτημα προς τους πολίτες της Θεσσαλονίκης, «Πώς αντιμετωπίζεις αυτό που δεν κατανοείς;», αφορά την έλλειψη ανοχής. Και η μεταφυσική αποδοχή του ανεξήγητου καθόλου δεν αποκλείει την έλλειψη ανοχής.
Μιλήσαμε σήμερα για διαδρομές δικές μας, αλλά χωρίς να τις επιλέξουμε εμείς. Αν κάναμε εμείς την επιλογή, θα χρησιμοποιούσαμε κάποια αξιολογικά κριτήρια και θα προσπαθούσαμε να αναδείξουμε ό,τι θεωρούμε πιο αντιπροσωπευτικό. Αντίθετα, χρησιμοποιήσαμε ως χάρτη τις κινήσεις του Δημήτρη Σκούρου και κοιτάξαμε να δούμε τι συγκλίσεις, συμπτώσεις, γειτνιάσεις παρουσιάζει με τις δικές μας κινήσεις. Αν χρησιμοποιούσαμε έναν άλλον χάρτη, π.χ. τις κινήσεις του Αλέξη Ολμέζογλου, του πρωταγωνιστή της δεύτερης σειράς μυθιστορημάτων του Μαρτινίδη, τότε θα αναδυόταν ένα διαφορετικό πρόσωπο από το άμορφο συνεχές των συμπεριφορών μας.
Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε άλλον χάρτη, αλλά ο τόπος παραμένει ο ίδιος, η πόλη της Θεσσαλονίκης. Η Θεσσαλονίκη, έτσι ανορθολογικά όπως είναι χτισμένη χωρίς σχέδιο ή, ακριβέστερα, χτισμένη με αλλεπάλληλα σχέδια που ακυρώνουν το ένα το άλλο, αποτελεί φιλόξενο σκηνικό για κάθε είδους παρεμβάσεις, επεμβάσεις, παραβάσεις. Κάθε γωνιά αυτής της πόλης προσφέρει ένα θύλακα έτοιμο ν’ αγκαλιάσει ποικίλες συμπεριφορές επειδή δεν υπάρχει καμία συνέχεια που απειλείται να λυθεί.
Είπαμε ότι θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο μυθιστορηματικό πρόσωπο, εντούτοις με τον Σκούρο μάς δένει κάτι ακόμα. Ο Σκούρος επινόησε τον εαυτό του, όταν έγινε καθηγητής χωρίς ν’ ακολουθήσει την καθιερωμένη διαδικασία, όπως κι εμείς επινοήσαμε τους εαυτούς, όταν εμφανιστήκαμε στον εικαστικό χώρο χωρίς προηγούμενη θητεία σε σχολές καλών τεχνών ούτε κάποια πρακτική ενασχόληση που δίνει τον χαρακτήρα του αυτοδίδακτου. Επινοώ τον εαυτό μου σημαίνει τοποθετώ τον εαυτό μου στον κόσμο έχοντας ως βάση κάποια κριτήρια, κάποια αξιακά συστήματα που διαφοροποιούνται από τα συνηθισμένα.
Θα μπορούσαμε αναλογικά να μιλήσουμε και για πόλεις που επινοούν τον εαυτό τους, που καταφέρνουν να αυτοπροσδιορίζονται πέρα από τις κατευθύνσεις που προβάλλουν ως μόδα τα μεγάλα κέντρα. Είναι κάτι που ταιριάζει σε πόλεις που δεν διαθέτουν μεγάλα κεφάλαια ή εξουσία. Συμβαίνει κάτι τέτοιο με τη Θεσσαλονίκη; Το Πανεπιστήμιο, το λιμάνι, η εκθεσιακή δραστηριότητα αποτέλεσαν στο πρόσφατο παρελθόν τα πλεονεκτήματα της πόλης. Σήμερα βλέπουμε πανεπιστημιακούς να αφήνουν τις θέσεις τους εδώ και να προτιμούν ιδρύματα άλλων πόλεων, από το λιμάνι ισχνά είναι τα δρομολόγια για την υπόλοιπη Ελλάδα ακόμα και το καλοκαίρι, οι Διεθνείς Εκθέσεις έχουν πια ξεπεραστεί από τη χρήση του διαδικτύου… Η υγρασία και το βαρύ κλίμα της πόλης είχε άλλοτε συνδεθεί με τη χρήση του εσωτερικού μονολόγου από τους λογοτέχνες. Σήμερα, τι είναι εκείνο πάνω στο οποίο η πόλη θα μπορούσε να βασίσει τον αυτοπροσδιορισμό της; Παρακολουθούμε στις ειδήσεις που παρουσιάζουν από τη Θεσσαλονίκη οι δημοσιογράφοι της Θεσσαλονίκης, και διαπιστώνουμε ότι ανήκουν στην πλειονότητά τους στο αστυνομικό δελτίο. Δεν είναι κάτι που γοητεύει.
Με τον Σκούρο μας δένει και το γεγονός ότι παραιτείται από τον επινοημένο εαυτό επαληθεύοντας τις υποθέσεις της Λήδας αντί να θολώσει τα νερά με κάποιες εξηγήσεις, έτσι κι εμείς το 2004 παραιτηθήκαμε από την εικαστική δραστηριότητα αρνούμενοι τη γοητεία του κλασικού.
Και, πριν δημιουργηθούν παρεξηγήσεις σχετικά με την έννοια και τη φύση του κλασικού, θα πρέπει να εξηγήσουμε ότι κλασικό ονομάζεται ό,τι μηρυκάζουμε επί μακρόν. Ως εκ τούτου, η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κλασική επαρχιώτικη πόλη, διότι αναπτύσσει εξαιρετικά μηρυκαστική δραστηριότητα. Κάθε χρόνο αναμένει στη Διεθνή Έκθεση πρωθυπουργικές εξαγγελίες που δεν θα υλοποιηθούν, επαιτεί γκρινιάζοντας κονδύλια από ένα κράτος εχθρικό ούτως ή άλλως προς τους πολίτες, προσηλώνεται στα αθηναϊκά μέσα ενημέρωσης, έντυπα και ηλεκτρονικά, χωρίς να πολυενδιαφέρεται για όσα συμβαίνουν εδώ…
Ο Σκούρος πιθανολογεί πως η φιλία του με τον Παύλο Μακρή, τον Χάρη Χαΐδη, τον Φίλιππο Βλάχο οφειλόταν στο ότι και οι τρεις τους είχαν μεγαλώσει με τις φροντίδες μιας αφοσιωμένης μητέρας σε αντίθεση με τον ίδιο. Ας ακούσουμε, λοιπόν, το τραγούδι του Δημοσιοϋπαλληλικού Ρετιρέ «Θεσσαλονίκη, μάνα μου» που κυκλοφόρησε το 2005.
Οι στίχοι: Θεσσαλονίκη, μάνα μου, /αφήνεις τα παιδιά σου /για τροβαδούρων αγκαλιές /που ζούνε μακριά σου. /Δεν τραγουδούν για σένανε /τον ψεύτικο έρωτά τους, /φροντίζουνε την τσέπη τους /χαϊδεύοντας τ’ αυτιά σου. /Χαμένος μες στην κίνηση /γυρεύω τον σφυγμό σου /μακριά απ’ τους νεόπλουτους /των κατηχητικών σου. /Η αγάπη χτίζει όνειρα /στης γκρίνιας το σκοτάδι /κ’ είναι η σιωπή σου, μάνα μου, /το πιο γλυκό σου χάδι. /Έχεις ρυτίδες και ακμή, /φάσκεις και αντιφάσκεις. /Με νοσταλγίες δεν μπορείς /να σβήσεις τις εντάσεις. /-Ό,τι είμαι το χρωστάω στη μάνα μου, είπε ο αυτιστικός. (Σημ.: Μπορείτε ν' ακούσετε το τραγούδι και να δείτε το βίντεο που το συνόδευε πιέζοντας εδώ: http://www.youtube.com/watch?v=-5RluGQFPIE )
Ποιοι θα μπορούσαν άραγε να τραγουδήσουν αυτό το τραγούδι; Ποιοι θα αποκαλούσαν μάνα τους τη Θεσσαλονίκη; Ήδη από την πρώτη ημερίδα τέθηκε το ερώτημα ποιοι είναι οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης; Ποια είναι η Θεσσαλονίκη για την οποία μιλάμε; Τόσο ο Σκούρος όσο κι εμείς κινούμαστε στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Αλλά κατά πόσο κατοικείται το ιστορικό κέντρο και από ποιους κατοικείται; Τα κεντρικά σχολεία συρρικνώνονται και συγχωνεύονται, γιατί τα διαμερίσματα μεταβάλλονται σε γραφεία ή κατοικούνται από γέροντες που τα παιδιά τους έφυγαν για τα προάστια. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο δήμαρχος δεν μένει στον δήμο του. Η πλειονότητα των κατοίκων του κέντρου είναι φοιτητές και μετανάστες, δηλαδή άνθρωποι ξένοι προς το περιβάλλον, με την έννοια ότι δεν έχουν δεσμούς με το περιβάλλον. Κι εδώ είναι μια μεγάλη διαφορά με το παρελθόν. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους το 1912-13, μετά την πυρκαγιά το 1917, μετά τη μικρασιατική καταστροφή το 1922 και την ανταλλαγή πληθυσμών, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες δεν έπρεπε απλώς να στήσουν τη δική τους τη ζωή, είχαν να οργανώσουν την ίδια την πόλη. Αντίθετα σήμερα, η πόλη παρουσιάζεται γιγαντωμένη, μοιάζει με μία χοάνη μέσα στην οποία οι μετανάστες βολοδέρνουν, μοιάζει με μια απέραντη καφετέρια μέσα στην οποία βουλιάζουν οι φοιτητές…
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τι θα μπορούσε να προτείνει κανείς;
Όταν, πριν μερικά χρόνια, ο επιχειρηματίας Βαγγέλης Μυτιληναίος ασχολήθηκε με τα του ποδοσφαίρου, δήλωσε ότι θα έπρεπε οι τρεις ομάδες της Θεσσαλονίκης να συγχωνευτούν, προκειμένου να δημιουργηθεί μία ανταγωνιστική προς τις ομάδες της Αθήνας. Οι φίλαθλοι ανατρίχιασαν ως οπαδοί της άποψης «καλύτερα πρώτος στο χωριό σου, παρά δεύτερος στην πόλη». Αυτή η αντίληψη δεν ανήκει μόνο στους φιλάθλους, όμως σ’ έναν τόπο όπου ως άτομα χανόμαστε η συλλογικότητα είναι αναγκαίος παράγοντας ζωής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου